• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: dried up, dry up

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dried up,
dried-up
adj
(desiccated, shriveled)αποξηραμένος μτχ πρκ
  που έχει ξεραθεί περίφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 A raisin is a dried-up grape.
 They capped the dried-up oil well so no one will fall in.
 Οι σταφίδες είναι αποξηραμένα σταφύλια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dry up vi phrasal(liquid: dry completely) (κυριολεκτικά)στεγνώνω ρ αμ
 During a drought, streams may dry up completely.
 Κατά τη διάρκεια της ξηρασίας τα ποτάμια μπορεί να στεγνώσουν.
dry up vi phrasalfigurative, informal (disappear) (μεταφορικά)στερεύω ρ αμ
 At one point in the banking crisis, the supply of funds to industry almost dried up completely.
 Κατά τη διάρκεια της κρίσης των τραπεζών η παροχή χρηματοδότησης προς τη βιομηχανία σχεδόν στέρεψε.
dry up vi phrasalfigurative, slang (forget speech)χάνω τα λόγια μου έκφρ
  μου κόβεται η μιλιά έκφρ
 When the moment came for him to speak his lines, the actor dried up completely.
 Όταν ήρθε η ώρα να πει τα λόγια του, του ηθοποιού του κόπηκε η μιλιά.
dry up vi phrasalfigurative, slang (stop talking) (αργκό, πιθανά προσβλ)το βουλώνω, το ράβω έκφρ
 He's ranting again. I wish he'd just dry up!
 Τον έπιασε πάλι παραλήρημα. Εύχομαι να το βουλώσει!
Dry up! interjfigurative, slang (stop talking!) (αργκό)σκάσε επιφ
 Oh, dry up! I'm tired of your constant complaining.
 Σκάσε επιτέλους! Βαρέθηκα τη γκρίνια σου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dried up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dried up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!